#xmas20: Η κατάρα της Πρωτοχρονιάς (14)

Διαβάστε το Μέρος Δέκατο Τρίτο

Μέρος Δέκατο Τέταρτο
Γράφει η Έρση

Συνήλθε μ’ ένα τίναγμα. Οι τελευταίες του εντυπώσεις προτού χάσει τις αισθήσεις του τρεμόπαιζαν ακόμη στο κεφάλι του, κι ανακατεύονταν με εικόνες του παρόντος. Ένα παράθυρο με κάγκελα, μια καρέκλα στην οποία δεν ήταν δεμένος αλλά αδυνατούσε να σηκώσει τα χέρια του από τα μπράτσα της, και μια ηλικιωμένη δεσμοφύλακας που κάπνιζε και που του έλεγε πως βρισκόταν στην φυλακή, πως σύντομα θα τον μετέφεραν στο ψυχιατρείο. Το ένιωθε όμως πως εκείνο το δωμάτιο, όσο ζωντανό κι αν φάνταζε, απείχε πολύ απ’ την πραγματικότητα. Γιατί κάτι μέσα του τού έλεγε πως αυτό που θυμόταν από πιο νωρίς ακόμη, το πώς βρέθηκε στο σπίτι του μετά την επίσκεψή του στην καλύβα της γριάς θαυματουργικά σχεδόν, χωρίς να μπορεί ν’ ανακαλέσει πώς συνέβη και γιατί πονούσε τόσο, ήταν ένα ζήτημα ακόμη πιο πιεστικό, ακόμη πιο αληθινό κι ακόμη πιο επείγον απ’ αυτή την στιγμιαία μεταφορά του στην ψυχιατρική πτέρυγα κάποιας μακρινής φυλακής.

Ανακάθισε. Η καρδιά του κοπανιόταν επάνω στα πλευρά του από την αγωνία και τον τρόμο του, και το σώμα του αναριγούσε από την υγρασία και την παγωνιά του όψιμου Δεκέμβρη. Το μυαλό του ήτανε θαμπό, ένα κουβάρι από αναμνήσεις και οράματα που δεν μπορούσε να τα ξεχωρίσει και να τα βάλει σε τάξη, λες και για μέρες έπαιρνε τακτικά ισχυρές ψυχοτρόπες ουσίες. Έπρεπε να συνέλθει, έπρεπε πια να βρει έναν τρόπο να ξεφύγει απ’ αυτόν τον ασυνάρτητο εφιάλτη, έπρεπε να βγάλει κάποιο νόημα.

Μάζεψε στα χέρια του λίγο χιόνι, και πριν το καλοσκεφτεί το έτριψε μαλακά στο πρόσωπό του. Η ανάσα του κόπηκε από το κρύο, όμως η σκέψη του άρχισε να ξεθολώνει, να καθαρίζει. Άρχισε να επεξεργάζεται μέσα του όσα τον έφεραν εκεί, στο εδώ και τώρα, και σιγά σιγά άρχισε να ηρεμεί. Κοίταξε γύρω του αργά, με το βλέμμα του να χάνεται ανάμεσα στους κορμούς των σημύδων που ξεπρόβαλλαν ίσα ίσα κοκκινωποί ακόμη κάτω από το χιόνι, και να εξετάζει φευγαλέα τις βελανιδιές που φύτρωναν σαν μπαλώματα από το παγωμένο χώμα. Κατάλαβε πως βρισκόταν αρκετά κοντά στην καλύβα τις γριάς, που πριν ξεκινήσουν όλα, πριν η δίνη ετούτου του εφιάλτη τον ρουφήξει στον βυθό, του είχε χαρίσει αναπάντεχα το βιβλίο με τις κατάρες.

Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Ναι, ναι…Τότε ξεκίνησαν όλα. Όταν η γριά του έδωσε εκείνο το διαολεμένο βιβλίο. Δυο-τρεις μέρες αφότου το τακτοποίησε στην βιβλιοθήκη του χωρίς να του ρίξει δεύτερη ματιά, το πλάσμα εκείνης της πρώτης νύχτας εμφανίστηκε έξω από το παράθυρό του. Το βιβλίο ευθυνόταν για όλα, εκείνο κάλεσε τις συμφορές εμπρός στην πόρτα του. Εκείνο έφταιγε που αδυνατούσε πια να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από την φαντασία, την αλήθεια από το όνειρο. Εκείνο τον έκανε να μπερδεύει εφιάλτες και συμβάντα και πρόσωπα και λόγια. Μα πώς μπόρεσε να φερθεί τόσο χαζά; Πώς του ήρθε να εμπιστευτεί μιαν αποκρουστική ηλικιωμένη, παραμορφωμένη, με την τρέλα στο βλέμμα και την καμπούρα της, που έμοιαζε να σαλεύει παράξενα κάτω από τα ρούχα της, καλυμμένη με μια βαριά κουβέρτα;

Παρόλο που το χιόνι μούσκευε το παντελόνι του, έτσι πεσμένος που βρέθηκε στο έδαφος χωρίς να καταλαβαίνει το από πού και το πώς, έμεινε ανακούρκουδα καθισμένος στο χώμα και προσπάθησε να βάλει σε τάξη τα γεγονότα των τελευταίων ημερών. Τι ήταν πραγματικότητα και τι ήταν παραισθήσεις; Ανέτρεξε στο παρελθόν του, πριν ακόμη πάρει το βιβλίο από την γριά. Θυμήθηκε την οικογένειά του, το σπίτι του και την Θεοδοσία. Πίστευε πως θυμόταν τα πάντα αρκετά καλά, όμως για καλό και για κακό έψαξε το μπουφάν του για το κινητό του. Το βρήκε στην δεξιά του τσέπη. Το ξεκλείδωσε και επέλεξε το εικονίδιο των επαφών του, όπου εξέτασε τις πιο συχνές του κλήσεις. Πρώτα το τηλέφωνο της μητέρας του, έπειτα της Θεοδοσίας, έπειτα του πατέρα του. Κάλεσε τον αριθμό της Θεοδοσίας. Το τηλέφωνό της ήταν απενεργοποιημένο. Έτσι ήταν, λοιπόν. Όπως το θυμόταν. Η Θεοδοσία είχε πεθάνει. Δεν θα μπορούσε να την έχει δει τόσες φορές την τελευταία εβδομάδα, ήταν αδύνατο. Επρόκειτο, συνειδητοποίησε, απλώς για μια οφθαλμαπάτη. Μια γυναίκα όπως εκείνη δεν θα κυκλοφορούσε τόσο άνετα χωρίς να την δει κανείς. Κι έπειτα… Σε μια από τις παραισθησιακές συναντήσεις τους, θυμήθηκε πως πρώτα του είπε πως μεταμορφώθηκε κι έπειτα την είδε, πολύ κοντά του, να δρα ως Ίνγκμορ. Όμως ούτε αυτό έστεκε. Η Θεοδοσία τον αγαπούσε. Δεν θα επέλεγε εν γνώσει της να διακινδυνέψει την ασφάλειά του και να τον έχει κοντά της αν είχε πράγματι αλλάξει σ’ ένα κτήνος τόσο τρομερό όσο αυτό. Δεν την είχε δει, λοιπόν.

Έτριψε κι άλλο χιόνι στο πρόσωπό του. Θυμήσου, Μιχάλη. Θυμήσου. Όταν η μνήμη του άρχισε ξανά να ξεθαμπώνει, προσπάθησε να θυμηθεί πώς μπορεί να κατέληξε στην φυλακή, κι έπειτα να βρέθηκε ξανά εδώ. Αδύνατον. Ήταν, φαίνεται, κι αυτό μια από τις παραισθήσεις που του προκάλεσε εκείνο το δηλητηριασμένο βιβλίο που του χάρισε η γριά. Άλλωστε… Είχε επάνω του το κινητό του. Αν είχε συλληφθεί από τις Αρχές, δεν θα είχε κανένα από τα προσωπικά του αντικείμενα. Έψαξε κι άλλο το μπουφάν του. Βρήκε την ταυτότητά του και το πορτοφόλι του. Κοίταξε τα μποτάκια του, και είδε πως είχανε τα κορδόνια τους. Ναι, τα είχε όλα. Κανείς δεν τον είχε συλλάβει.

Αν και ήταν συντετριμμένος, αισθάνθηκε ανακούφιση. Είχε καταφέρει, ως έναν βαθμό, να ξεχωρίσει τι είχε συμβεί όντως και τι όχι. Πίστευε πως όλα σχετίζονταν με το βιβλίο, πως αυτό του προκαλούσε την σύγχυση και τις παραισθήσεις, πως τον χειραγωγούσε. Γι’ αυτό και υπήρχε ακόμη μια εκκρεμότητα. Πίστευε πως ονειρευόταν και λιποθυμούσε προσπαθώντας να φτάσει ξανά την γριά, για να την αντιμετωπίσει για όσα του προκάλεσε. Έκανε να σηκωθεί για να πάει ως την καλύβα της, κρυμμένη πέρα από τα δέντρα, όμως παρέμεινε εν τέλει καθηλωμένος στο έδαφος.

«Ήρθες σ’ εμάς, λοιπόν» ακούστηκαν δυο φωνές· η μια βαριά, εύθραυστη, παραμορφωμένη από τους κόπους και τα χρόνια, και η άλλη ψιλή, παιδική, αλλά δίχως ίχνος ξεγνοιασιάς στην χροιά της. «Σε περιμέναμε».

Συνεχίζεται…


Την Έρση έχει γράψει τρία βιβλία: «Δέκα Μικροί Αρχαιολόγοι«, «Η Κόκκινη Βασίλισσα«, «Η Εποχή του Κυνηγιού«. Aρθρογραφεί στο Περιοδικό Ολόγραμμα. Επίσης, μπορείτε να την ακολουθήσετε στο instagram με το όνομα kaiserin.lavlav.


Συντονιστείτε αύριο για την συνέχεια!


Μια σκέψη σχετικά μέ το “#xmas20: Η κατάρα της Πρωτοχρονιάς (14)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s