Λογοτεχνικα

#story: Γράμματα από το παρελθόν (Μέρος 4)

22 Δεκέμβρη 1945

Αγαπημένε μου,

Κανείς δεν πίστευε ότι θα αντέξω τόσο πολύ κι όμως φτάνουν Χριστούγεννα και εγώ είμαι εδώ ζωντανή. Έχω καιρό να σε σκεφτώ πρέπει να το ομολογήσω αλλά μπορεί να φταίει ο Κωνσταντίνος σε αυτό. Είναι πολύ γλυκός και μου υποσχέθηκε ότι όταν γίνω καλά θα με παντρευτεί και θα κάνουμε αρκετά παιδιά μαζί και θα ζήσουμε σε ένα σπίτι δίπλα στην θάλασσα, σαν το σπίτι που λέγαμε μαζί. Ακόμα μου φέρνει ένα τριαντάφυλλο την ημέρα, τα έχω σε ένα βάζο δίπλα μου. Κάποια, πιο παλιά, έχουν μαραθεί αλλά δεν με πειράζει. Πλέον είναι μια ολόκληρη ανθοδέσμη. Χτες όταν μου έφερε το τριαντάφυλλο μου είπε ότι θα πρέπει να φύγει για λίγο καιρό. Θα πάει να τελειώσει την ειδικότητα του, μου είπε, σε ένα Πανεπιστήμιο στην Αθήνα. Καλά θα κάνει, του είπα, πρέπει να ακολουθήσει το όνειρο του. Αμέσως είχε βουρκώσει, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί. Έσκυψε και με φίλησε στο μέτωπο, όπως έκανες εσύ κάποτε. Ένιωσα τύψεις που εκείνη την στιγμή μου ήρθες εσύ στο μυαλό. Δεν είπα τίποτα. Σήκωσε το χέρι μου και του πέρασε ένα ασημένιο δαχτυλίδι. Ήταν το δαχτυλίδι που μου είχες δώσει εσύ, κάποτε όταν μου είχες πει ότι με αγαπάς και ότι θες να με κάνεις δικιά σου δίνοντας μου το επώνυμο σου. Το κοίταξα αρκετή ώρα πριν το θυμηθώ, μου φάνηκε ότι πέρασαν αιώνες από τότε ενώ ήταν μόνο δύο χρόνια, μπορείς και τρία. Μου είπε ότι το βρήκε στην τσέπη ενός από τα φορέματα μου. Φίλησε το χέρι μου και έφυγε.

Τότε σε σκέφτηκα για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Θυμήθηκα τα γράμματα που σου έγραψα. Τα γράμματα που δεν πήρες ποτέ γιατί κράτησα κρυμμένα στο συρτάρι του κομοδίνου μου. Πόσο αστείο να κάθεσαι να γράφεις ένα γράμμα για να μην το στείλεις ποτέ. Όπως αυτό που γράφω τώρα κι όμως κάθομαι και το γράφω για να σου πω τι; Ότι ο Κωνσταντίνος θέλει να με παντρευτεί; Είναι κοινό μυστικό ότι το κάνει απλά για να νιώσω καλύτερα, για να νιώσω ποθητή. Είναι γλυκός αλλά πάντα θα τον συγκρίνω με εσένα. Όλους θα τους συγκρίνω με εσένα. Εσύ άραγε την συγκρίνεις με εμένα;

Μίλαγε με την μητέρα μου πριν από λίγα λεπτά. Συνεχώς βούρκωνε. Την ρώτησα άμα ήξερε πότε θα γυρίσει ο Κωνσταντίνος γιατί θα ήθελα να του πλέξω γάντια για τον χειμώνα. Ένας λυγμός της ξέφυγε. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί. Γιατί έκλαιγε η μητέρα μου; Επειδή ήθελα να πλέξω ένα ζευγάρι γάντια; Ο χειμώνας θα είναι πολύ κρύος φέτος έγραφαν οι εφημερίδες δεν μπορούσα να τον αφήσω έτσι. «Θα πλέξω και σε εσένα» της είπα, μπορεί να ζήλεψε. Συνέχισε να ρουφάει την μύτη της. Έπιασα το χέρι της και της είπα ότι όλα θα πάνε καλά… ότι εγώ θα είμαι καλά. Προσπάθησα να δείξω ότι είμαι δυνατή.

Να σου πω ένα μυστικό; Φοβάμαι. Αυτούς τους μήνες το παίζω τόσο δυνατή που έχω πάψει να το σκέφτομαι αλλά όταν βρίσκομαι μόνη μου το βράδυ.. φοβάμαι. Φοβάμαι να πεθάνω. Θέλω να ζήσω. Θέλω τόσο πολύ να ζήσω. Θέλω να νιώσω ξανά τον ήλιο στο δέρμα μου. Θέλω να χορέψω. Θέλω να κολυμπήσω. Θέλω να τρέξω. Θέλω να κάνω τόσα πράγματα και άλλα τόσα που δεν έχω κάνει ποτέ. Κάποτε μου είχες πει ότι η ζωή περνάει αρκετά γρήγορα και πριν το καταλάβεις έχεις τα εγγόνια σου να τρέχουν γύρω σου. Σε ένα πράγμα είχε δίκιο. Η ζωή περνάει γρήγορα. Περνάει σαν

Περίεργο. Είσαι εδώ. Σου γράφω και είσαι εδώ. Μπορεί να είναι άλλη μια από τις ψευδαισθήσεις μου. Μπορεί να είναι ψέμματα. Δεν με νοιάζει. Σε βλέπω. Μου χαμογελάς με αυτό το γοητευτικό στραβό χαμόγελο που κάποτε είχε αιχμαλωτίσει την καρδιά μου. Δεν ξέρω γιατί σου γράφω ακόμα όταν σε έχω εδώ μπροστά μου. Λίγο να κάνω το χέρι μου μπορώ να σε αγγίξω. Μπορεί να σου γράφω γιατί θέλω να τελειώσω το γράμμα αυτό και να σου το δώσω. Είσαι πανέμορφος όπως την πρώτη μέρα που σε γνώρισα. Δίπλα σου δεν μπορώ να φοβηθώ τίποτα. Νιώθω γαλήνη. Νιώθω ηρεμία. Νιώθω

Η Μελίνα πλέον έκλαιγε. Το στομάχι της είχε δεθεί κόμπο. Έτρεμε ολόκληρη. Σηκώθηκε σαν υπνωτισμένη από το σκαμπό βάζοντας τα γράμματα μέσα στο κουτί τους, προσέχοντας να μην τα τσαλακώσει. Κατέβηκε από την σοφίτα. Κατέβηκε τις σκάλες. Έφτασε στο σαλόνι. Εκεί καθόταν ο παππούς της και διάβαζε εφημερίδα. «Η Γιάννα πήγε για ψώνια» είπε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από την εφημερίδα. Δεν έλαβε απάντηση. Άκουσε την Μελίνα να ρουφάει την μύτη της. Σήκωσε το κεφάλι και την είδε γεμάτη μουτζούρες και σκόνες να κλαίει. Τα μάτια της κατακόκκινα τον κοίταζαν. Το βλέμμα του έπεσε στο κουτί που κρατούσε. Τα μάτια του γούρλωσαν. Πετάχτηκε όρθιος σαν ελατήριο.

«Που το βρήκες αυτό;» η φωνή του τρεμούλιασε. «Πέθανε;» ρώτησε μέσα από λυγμούς. «Ω γλυκιά μου» αναφώνησε και έτρεξε δίπλα της. Την αγκάλιασε όσο πιο σφιχτά μπορούσε. «Ναι πέθανε» μπόρεσε να πει με δυσκολία. «Ποιος είναι ο Ρωμαίος;» ρώτησε. Ο παππούς της δεν μίλησε. «Εσύ είσαι; Εσύ της το έκανες αυτό;» φώναξε εκνευρισμένη. Ο παππούς της χαμογέλασε πονεμένα. «Όχι δεν είμαι εγώ» της απάντησε. Το στομάχι της έκανε ένα τεράστιο άλμα.

«Εγώ δεν είμαι ο Ρωμαίος της, ήθελα να είμαι αλλά ποτέ δεν μπόρεσα να είμαι» την έφερε στον καναπέ και την έβαλε να κάτσει. «Είσαι ο Κωνσταντίνος» είχε συνηθίσει να φωνάζουν τον παππού της Τάκη που είχε ξεχάσει από που προερχόταν. Κούνησε θλιμμένος το κεφάλι του. «Μα εδώ λέει ότι ήταν νοσοκόμος.. εσύ είσαι λογιστής». «Τότε βοηθούσα εθελοντικά την κλινική».

Πήρε το κουτί από τα χέρια της Μελίνας. «Τα βρήκα στο συρτάρι της όταν μαζεύαμε το δωμάτιο. Δεν μπόρεσα να τα πετάξω» το κράτησε στην αγκαλιά του σαν να είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο. «Γιατί δεν του τα έστειλες;». «Ο Ρωμαίος της, ήταν ένας νεαρός με το όνομα Ιάσονας, ο οποίος πέθανε σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα την ώρα που πήγαινε στο νοσοκομείο για να την δει» κοίταξε θλιμμένα την Μελίνα «ποτέ δεν της το είπαν γιατί θα σταματούσε κάθε προσπάθεια για να μείνει ζωντανή». «Μα η πρόσκληση για τον γάμο;» ρώτησε. «Τέχνασμα της μητέρας της για να την κάνει να τον ξεχάσει. Άμα πίστευε ότι πλέον δεν την αγάπαγε θα μπορούσε να ανοιχτεί σε κάτι άλλο. Άμα ήξερε ότι πέθανε επειδή έτρεχε να την δει στο νοσοκομείο δεν θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό της».

Τον κοίταξε. «Την αγάπαγες» ρώτησε διστακτικά γνωρίζοντας την ιστορία αγάπης με την γιαγιά της. Είχαν γνωριστεί όταν είχε έρθει Αθήνα. Εκείνη σπούδαζε γραμματέας, εκείνος τέλειωνε την λογιστική. Την πήγε για καφέ. Μάλωσε με τον πατέρα της. Την ξέγραψαν όλοι επειδή τον διάλεξε. «Ναι αρκετά» απάντησε θλιμμένα «όχι όσο την γιαγιά σου, αλλά αρκετά». Κοίταξε το κουτί. «Την πρώτη σου αγάπη πάντα την θυμάσαι».  «Περίμενε τόσα χρόνια τον αγαπημένο της και αυτός ήταν νεκρός;». «Ναι. Είναι πολύ στενάχωρο». «Νόμιζε ότι δεν την αγάπαγε. Αυτό είναι ότι χειρότερο υπάρχει στον κόσμο» ξεφύσηξε η Μελίνα, όπου από το κλάμα είχαν μείνει μόνο τα αναφιλητά. «Τα διάβασε ποτέ;» τον ρώτησε μετά από πολύ σιωπή. Κούνησε θετικά το κεφάλι του. «Με έκαναν πιο ρομαντικό άτομο» χαμογέλασε. Της πήρε το κουτί και το άφησε στο τραπεζάκι. «Πάμε να φάμε λίγο παγωτό, θα σου φτιάξω και το milkshake που έριξε την γιαγιά σου». Η Μέλινα γέλασε. Άφησε το κουτί και πήγε να πλυθεί ενώ ο παππούς της πήγε προς την κουζίνα.

Το κουτί το έβαλαν ξανά στην σοφίτα.


Βρες εδώ το Μέρος 1

Βρες εδώ το Μέρος 2

Βρες εδώ το Μέρος 3

10 σκέψεις σχετικά με το “#story: Γράμματα από το παρελθόν (Μέρος 4)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s