Λογοτεχνικα

#story: Το βιβλίο

Στιγμιότυπο οθόνης (32).png


Μπήκε στην βιβλιοθήκη. Η μυρωδιά βανίλιας την τύλιξε χαϊδεύοντας όλη την ύπαρξη της. Έκλεισε τα μάτια και ρούφηξε λαίμαργα όσο περισσότερο από αυτό το άρωμα μπορούσε.

Προχώρησε πιο μέσα. Ήξερε τι ήθελε. Προσπέρασε ράφια με βιβλία, περνώντας απαλά το χέρι της πάνω στις ανάγλυφες ράχες τους. Που και που έκλεινε τα μάτια της νιώθοντας κάποιες σπασμένες γωνίες. Της άρεσαν τα κατεστραμένα βιβλία, της θύμιζαν την ζωή της.

Έφτασε στο τέλος της αίθουσας. Τότε το είδε να στέκεται μοναχό του στην άκρη του ραφιού. Το πλησίασε γρήγορα και με λαχτάρα το άρπαξε νιώθοντας το ανάγλυφο εξώφυλλο του. Πέρασε τα χέρια της πάνω από τα χρυσά γράμματα διαβάζοντας δυνατά τον τίτλο του σαν να είναι η πρώτη φορά που το αντίκριζε. Δεν είναι η πρώτη φορά όμως. Το έχει πιάσει στα χέρια της αρκετές φορές. Ποτέ όμως δεν το είχε ανοίξει. Ποτέ δεν της το επιτρέψανε. Τώρα είναι αλλιώς. Δεν πρόκειται να τους ακούσει. Η λαχτάρα την κατέκλυσε για μια ακόμη φορά. Το στομάχι της σφίχτηκε. Έγλυψε τα χείλη της με ένα διεστραμμένο χαμόγελο να ανθίζει.

Ψιλάφησε το εξώφυλλο μέχρι που έφτασε στην άκρη. Τύλιξε το χέρι της στο χαρτί και σήκωσε το εξώφυλλο εμφανίζοντας την πρώτη σελίδα. Εκεί ήταν γραμμένος ξανά ο τίτλος με λιγότερο περίτεχνα γράμματα. Έφτασε στο κεφάλαιο πρώτο. Με λαιμαργία άρχισε να καταπίνει την μια λέξη μετά την άλλη. Τα μάτια της είχαν γουρλώσει. Έτρεχαν πάνω στις σειρές. Δεύτερο κεφάλαιο, τρίτο, τέταρτο. Δεν μπορούσε να σταματήσει. Τα μάτια της δεν ξεκολλάγανε από τα μελανά σύμβολα που έχτιζαν ολόκληρους κόσμους μπροστά της.

Με τρόμο διαπίστωσε ότι ούτε τα χέρια της μπορούσαν να ξεκολλήσουν από το βιβλίο. Προσπάθησε να το πετάξει αλλά αυτό δεν κουνήθηκε. Το έβαλε κάτω και το κράτησε με το πόδι της, ενώ τραβούσε τα χέρια της. Ο φόβος παραμόρφωσε το πρόσωπο της όταν παρατήρησε τα χέρια της να χάνονται μέσα στο βιβλίο. Την ρουφούσε με την ίδια λαιμαργία που εκείνη ρουφούσε τις λέξεις του πριν από λίγο. Φώναξε για βοήθεια. Ξανά και ξανά και ξανά.

Η βιβλιοθηκονόμος εμφανίστηκε. Την κοίταξε εντελώς ανέκφραστη. «Σου είπα να μείνεις μακριά από τα βιβλία μαύρης μαγίας» είπε χωρίς καν να τρεμοπαίξει το μάτι της. «Δεν θα με βοηθήσεις;» έκροξε. «Όχι» απάντησε η βιβλιοθηκονόμος και έκανε μεταβολή. Αμέσως άρχισε να της φωνάζει να γυρίσει. Η φωνές της έγιναν εκκλήσεις βοήθειας. Οι εκκλήσεις της γρήγορα έγιναν λυγμοί και αναφιλητά.

Πλέον είχε χάσει το μισό της κορμί μέσα στο βιβλίο. Γρήγορα θα έχανε το άλλο μισό. Κοίταξε γύρω της τα βιβλία για μια τελευταία φορά. Τόσο αθώα αλλά τόσο ύπουλα. Μύρισε το άρωμα τους για μια τελευταία φορά προσπαθώντας να αποθηκεύσει την μυρωδιά του στις πιο βαθιές γωνίες του μυαλού της. Τα πάντα μαύρισαν. Βυθίστηκε σε έναν ωκεανό από χαρτί και μελάνι. Βρισκόταν δίπλα σε γράμματα και λέξεις.

Έτσι εξαφανίστηκε το κορίτσι που δεν άκουγε κανέναν.


Μία ιστοριούλα από τις πολλές που θα σας γράψω! Μην αντιγράφετε σας παρακαλώ :3

Μέχρι την επόμενη φορά σας φιλώ :*

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s